Εύδαμος

Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου (4ος αι. π.Χ.). Το 318 π.Χ. έγινε διοικητής των ινδικών χωρών, αφού δολοφόνησε τον βασιλιά των Ινδιών Πώρο. Διοίκησε μαζί με τον Ταξίλο. Το φθινόπωρο του 318 έχοντας μαζί του 120 ελέφαντες ενώθηκε με άλλους σατράπες εναντίον του Πείθωνα, στρατηγού των άνω σατραπειών. Αργότερα βοήθησε τον Ευμένη, ο οποίος προσπαθούσε να επιβιώσει στη Μικρά Ασία και συναντούσε αντιδράσεις και εμπόδια από τον αντίπαλό του Αντίγονο. Ο Ευμένης αγόρασε τους 120 ελέφαντες του Ε. Στη μάχη της Παραιτακηνής όμως επικράτησε ο Αντίγονος, ο οποίος κατόρθωσε να συλλάβει τον Ε. και να τον σκοτώσει. 2. Αδελφός του Πείθωνα, σατράπη των Ινδιών (4ος αι. π.Χ.). Το 321 π.Χ., όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε διανομή των επαρχιών, έδωσε τη σατραπεία της Παρθίας στον Φίλιππο, τον οποίον σκότωσε το 318 ο Πείθων. Σκοπός του ήταν να πάρει τη σατραπεία ο αδελφός του Ε. που όμως μετά από μικρό διάστημα, την έχασε. 3. Ναύαρχος της Ρόδου (μέσα 3ου – τέλη 2ου αι. π.Χ.). Ήταν κυβερνήτης 20 πλοίων των ροδιακών ναυτικών δυνάμεων στον πόλεμο που έκαναν οι Ρωμαίοι εναντίον του Αντίοχου του Γ’. Στάλθηκε από τη Σάμο εναντίον του Αννίβα, τον οποίο και νίκησε στην Άσπενδο. Όταν γύρισε στη Σάμο, προσπάθησε να υποκινήσει τους Ρωμαίους εναντίον της μεγάλης πόλης της Λυκίας Πάταρα. Ο Ε., επικεφαλής 25 ροδιακών πλοίων, αναδείχτηκε νικητής στη σύγκρουση που έγινε κοντά στη Μυόννησο. 4. Ναύαρχος της Κω (1ος αι. π.Χ.). Πήρε μέρος στον A’ Μιθριδατικό πόλεμο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὔδαμος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδάμοιο — Εὔδαμος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδάμου — Εὔδαμος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδάμῳ — Εὔδαμος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὔδαμον — Εὔδαμος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγύρτης — Απατεώνας, ψεύτης, τσαρλατάνος, κομπογιαννίτης· αυτός που δεν έχει επάγγελμα και μόνιμη κατοικία, γυρίζει από μέρος σε μέρος και με τα λόγια, διάφορα γιατρικά και φίλτρα εξαπατά τους αφελείς και τους απλοϊκούς. Οι α., από το ρήμα αγείρω (= μαζεύω …   Dictionary of Greek

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.